Μετάφραση του "Element" σε Ελληνικά

Οι στοιχείο, χημικά στοιχεία, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Element" σε Ελληνικά.

Element noun neuter γραμματική

Item (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχείο

    noun neuter

    Bei einem bestimmten Verhalten können durchaus Elemente von Sünde und von Schwäche eine Rolle spielen.

    Ενδεχομένως να υπάρχουν στοιχεία αμαρτίας και αδυναμίας σε μία μεμονωμένη συμπεριφορά.

  • χημικά στοιχεία

    Reinstoff, der aus Atomen mit der selben Ordnungszahl besteht; bekannte Beispiele sind Wasserstoff, Gold und Eisen.

    Steuerstäbe aus Edelstahl, mit Neutronen absorbierenden chemischen Elementen gefüllt

    Ράβδοι ελέγχου απορρόφησης από ανοξείδωτο χάλυβα, που περιέχουν χημικά στοιχεία απορρόφησης νετρονίων

  • εξάρτημα

    noun

    Bei einer Sonde handelt es sich um das erste Element eines Probenahmesystems.

    Ο καθετήρας είναι το πρώτο εξάρτημα σε ένα σύστημα δειγματοληψίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ουσία
    • μέλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Element " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Element" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Element" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη