Μετάφραση του "Element" σε Ελληνικά
Οι στοιχείο, χημικά στοιχεία, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Element" σε Ελληνικά.
Item (fachsprachlich) [..]
-
στοιχείο
noun neuterBei einem bestimmten Verhalten können durchaus Elemente von Sünde und von Schwäche eine Rolle spielen.
Ενδεχομένως να υπάρχουν στοιχεία αμαρτίας και αδυναμίας σε μία μεμονωμένη συμπεριφορά.
-
χημικά στοιχεία
Reinstoff, der aus Atomen mit der selben Ordnungszahl besteht; bekannte Beispiele sind Wasserstoff, Gold und Eisen.
Steuerstäbe aus Edelstahl, mit Neutronen absorbierenden chemischen Elementen gefüllt
Ράβδοι ελέγχου απορρόφησης από ανοξείδωτο χάλυβα, που περιέχουν χημικά στοιχεία απορρόφησης νετρονίων
-
εξάρτημα
nounBei einer Sonde handelt es sich um das erste Element eines Probenahmesystems.
Ο καθετήρας είναι το πρώτο εξάρτημα σε ένα σύστημα δειγματοληψίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ουσία
- μέλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Element " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Element" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραγόμενο στοιχείο
-
γαλβανικό στοιχείο · δεξαμενή · κυψέλη · κύτταρο · στοιχείο
-
χημικά στοιχεία · χημικό στοιχείο
-
ουδέτερο στοιχείο
-
γονικό στοιχείο · γονικός
-
περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων
-
εξωτερικό στοιχείο
-
μέγιστο στοιχείο