Μετάφραση του "elementar" σε Ελληνικά
Οι στοιχειώδης, βασικός, υποτυπώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elementar" σε Ελληνικά.
elementar
adjective
γραμματική
Grund- (z.B. Grundkenntnisse) [..]
-
στοιχειώδης
noun masculineDie portugiesische Präsidentschaft hat unserer Ansicht nach versucht, einige grundsätzliche Fragen auf einen elementaren Realismus zurückzuführen.
Κατά τη γνώμη μας, η πορτογαλική Προεδρία επεδίωξε να αντιμετωπίσει με στοιχειώδη ρεαλισμό ορισμένα ζητήματα ουσίας.
-
βασικός
adjective masculineDie elementare Welt, in der wir alle leben, ist dieser Raum,
Ο βασικός κόσμος, στον οποίο όλοι ζούμε, είναι εκείνος ο χώρος
-
υποτυπώδης
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elementar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elementar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απλός τύπος δεδομένων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη