Μετάφραση του "Elter" σε Ελληνικά
Οι γονέας, γεννήτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Elter" σε Ελληνικά.
Elter
noun
Noun
masculine
γραμματική
Elter (fachsprachlich)
-
γονέας
noun masculinemit einem Computer als Elter,
του οποίου γονέας είναι ένας υπολογιστής.
-
γεννήτορας
noun masculineIm Anschluß daran müssen wiederholt Rückkreuzungen mit dem "zu verbessernden" Elter vorgenommen werden, um die pflanzenspezifischen Besonderheiten so weit wie möglich wiederzuerlangen.
Στην περίπτωση αυτή απαιτείται η πραγματοποίηση διαδοχικών αναδιασταυρώσεων με τον προς βελτίωση γεννήτορα, για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη ανάκτηση των γεωργικών χαρακτηριστικών του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Elter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη