Μετάφραση του "eltern" σε Ελληνικά

Οι γονείς, γονείς, γεννήτορες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eltern" σε Ελληνικά.

eltern
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γονείς

    noun masculine

    Toms Eltern haben sich scheiden lassen, als er noch sehr jung war.

    Οι γονείς του Τομ πήραν διαζύγιο, όταν ήταν ακόμα πολύ μικρός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eltern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eltern noun γραμματική

die Alten (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γονείς

    noun masculine

    Toms Eltern haben sich scheiden lassen, als er noch sehr jung war.

    Οι γονείς του Τομ πήραν διαζύγιο, όταν ήταν ακόμα πολύ μικρός.

  • γεννήτορες

    Das Hybridzuchtschwein stammt von Eltern und Großeltern ab, die in Zuchtbüchern oder Zuchtregistern eingetragen sind.

    ο υβριδικός χοίρος αναπαραγωγής κατάγεται από γεννήτορες και προγεννήτορες εγγεγραμμένους σε βιβλία αναπαραγωγής ή καταχωρισμένους σε μητρώα αναπαραγωγής·

  • γονέας

    noun m-p

    Ja, sie sind genauso, wie man sich Eltern vorstellt.

    Ναι, είναι τα πάντα που θα ήθελες από ένα γονέα.

  • γονικά

    Dazu kommen weitere Aspekte, wie Suchtprobleme der Eltern, sodass das Geld nicht für eine sichere Kindheit ausreicht.

    Άλλα ζητήματα, όπως ο γονικός εθισμός, στερούν από τα παιδιά μια ασφαλή παιδική ηλικία.

Φράσεις παρόμοιες με "eltern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eltern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη