Μετάφραση του "Enkel" σε Ελληνικά

Οι εγγονός, εγγόνι, ο εγγονός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enkel" σε Ελληνικά.

Enkel noun masculine γραμματική

Großkind (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγονός

    noun masculine

    Tom ist Marys Enkel.

    Ο Θωμάς είναι ο εγγονός της Μαίρης.

  • εγγόνι

    noun neuter

    Kind eines Kindes

    Für die Enkel bleibt nichts übrig, wenn man nicht spart.

    Δεν θα υπάρχει τίποτα για το εγγόνι εάν δεν τα προφυλάξουμε.

  • ο εγγονός

    Tom ist Marys Enkel.

    Ο Θωμάς είναι ο εγγονός της Μαίρης.

  • το γγονί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

enkel γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστράγαλος

    noun masculine
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη