Μετάφραση του "Enkelin" σε Ελληνικά

Οι εγγονή, εγγόνι, εγγόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enkelin" σε Ελληνικά.

Enkelin noun Noun feminine γραμματική

Die Tochter von jemandes Sohn. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγονή

    noun feminine

    Das ist Nina, deine Enkelin.

    Αυτή είναι η Νίνα, η εγγονή σου.

  • εγγόνι

    noun neuter

    Doctor, die Sache ist die, Donna ist meine einzige Enkelin.

    Το θέμα είναι Δόκτωρ ότι η Ντόνα είναι το μόνο μου εγγόνι.

  • εγγόνα

    noun feminine

    Willie könnte in ein Flugzeug steigen und zu seiner Enkelin fliegen.

    Ο Γουίλι, θα μπορέσει να μπει σε ένα αεροπλάνο και θα πάει να δει, την εγγόνα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enkelin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Enkelin"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enkelin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη