Μετάφραση του "Entlarvung" σε Ελληνικά

Το αποκάλυψη είναι η μετάφραση του "Entlarvung" σε Ελληνικά.

Entlarvung noun feminine

(das) Bloßlegen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκάλυψη

    noun

    Johanna wusste, ihre Entlarvung würde unweigerlich ihren Tod bedeuten.

    Η Ιωάννα ήξερε ότι η αποκάλυψη σήμαινε βέβαιο θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Entlarvung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Entlarvung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη