Μετάφραση του "entlasten" σε Ελληνικά
Οι απαλλάσσω, αθωώνω, ανακουφίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entlasten" σε Ελληνικά.
entlasten
verb
γραμματική
(jemanden) entlasten
-
απαλλάσσω
verbDie Maßnahme entlastet sie somit von Kosten, die sie normalerweise selbst zu tragen haben.
Ως εκ τούτου, το μέτρο τις απαλλάσσει από επιβαρύνσεις στους προϋπολογισμούς τους.
-
αθωώνω
verb -
ανακουφίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διευκολύνω
- δικαιώνω
- ξαλαφρώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entlasten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη