Μετάφραση του "Erblindung" σε Ελληνικά

Το τύφλωση είναι η μετάφραση του "Erblindung" σε Ελληνικά.

Erblindung noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύφλωση

    noun

    Die Krankheit kann zu Erblindung führen, ist aber im allgemeinen nicht tödlich.

    Μολονότι μπορεί να προκαλέσει τύφλωση, συνήθως δεν προκαλεί θάνατο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erblindung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erblindung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη