Μετάφραση του "Erfassung" σε Ελληνικά

Οι ημερολόγιο, χρονικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erfassung" σε Ελληνικά.

Erfassung noun Noun feminine γραμματική

Untersuchung (über)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ημερολόγιο

    noun neuter
  • χρονικό

    noun

    Aufbau eines Systems zur regelmäßigen Erfassung von Daten über die tatsächlichen Praktiken, um die Entwicklungstendenzen zu überwachen.

    Καθιέρωση συστήματος συλλογής πληροφοριών σχετικά με τις εφαρμοζόμενες πρακτικές, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για την παρακολούθηση των τάσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erfassung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erfassung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη