Μετάφραση του "erfinden" σε Ελληνικά

Οι εφευρίσκω, αποκαλύπτω, επινοώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erfinden" σε Ελληνικά.

erfinden verb γραμματική

ersinnen (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφευρίσκω

    verb

    Also habe ich Motive, Verdächtige und Opfer und so weiter erfunden.

    Έτσι ήμουν απασχολημένη να εφευρίσκω κίνητρα, υπόπτους, θύματα και τέτοια.

  • αποκαλύπτω

    verb
  • επινοώ

    Wenn der Raubtrupp aufbricht, erfinde ich Geschichten über ihre Kämpfe.

    Όταν οι ομάδες επιδρομής πάνε να πολεμήσουν, επινοώ ιστορίες για τις μάχες τους.

  • κατασκευάζω

    Verb verb

    Wenn es diesen Fantomas nicht gäbe, könnte man ihn doch erfinden!

    Αν δεν υπάρχει ο Φαντομάς, θα πρέπει να τον κατασκευάσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erfinden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Erfinden
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφεύρεση

    noun feminine

    im Erfinden von Ausreden, nicht das zu tun, was Sie wirklich

    και την εφεύρεση δικαιολογίων για να μην κάνεις αυτό που πρέπει

Φράσεις παρόμοιες με "erfinden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erfinden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη