Μετάφραση του "Erforschung" σε Ελληνικά

Οι διερεύνηση, εξερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erforschung" σε Ελληνικά.

Erforschung noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διερεύνηση

    Noun

    Diese Untersuchungen können als Grundlage für die Erforschung eventuell möglicher Synergien dienen.

    Οι εκτιμήσεις αυτές μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται ως πλαίσιο μελέτης για τη διερεύνηση πιθανών συνεργειών.

  • εξερεύνηση

    noun

    Trotz der intensiven Erforschung bleibt die Erde „der unbekannte Planet“.

    Παρά την εκτεταμένη εξερεύνηση, η γη εξακολουθεί να είναι «ο άγνωστος πλανήτης».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erforschung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erforschung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη