Μετάφραση του "erforschen" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, αναδιφώ, διερευνώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erforschen" σε Ελληνικά.
erforschen
Verb
γραμματική
herausfinden (umgangssprachlich) [..]
-
έρευνα
nounDarin wären gegebenenfalls auch die Themen anzugeben, die noch weiter erforscht werden müssen.
Εάν είναι απαραίτητο θα περιέχει επίσης τον εντοπισμό ζητημάτων για περαιτέρω επιστημονική έρευνα.
-
αναδιφώ
-
διερευνώ
5 All die anderen Planeten, die von Wissenschaftlern erforscht worden sind, weisen keine Spur von Leben auf.
5 Όλοι οι άλλοι πλανήτες που οι επιστήμονες έχουν διερευνήσει είναι χωρίς ζωή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξερευνώ
- εξετάζω
- ερευνώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erforschen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη