Μετάφραση του "Ersticken" σε Ελληνικά

Οι ασφυξία, πνιγμός, πνίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ersticken" σε Ελληνικά.

Ersticken

Die mechanische Behinderung des Luftstroms, der aus der Umgebung in den Mund und/oder die Nasenlöcher fließt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφυξία

    Besondere Aufmerksamkeit sollte auf die Umgangspraxis verwendet werden, um ein Austrocknen, Ersticken oder sonstige Verletzungen zu vermeiden.

    Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή με τις πρακτικές χειρισμών, ώστε να αποτρέπονται η αφυδάτωση, η ασφυξία και άλλες βλάβες.

  • πνιγμός

    Das Ersticken ist also entweder sein Modus Operandi, oder sein Ritual.

    Ο πνιγμός είναι είτε μεθοδολογία είτε τελετουργικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ersticken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ersticken verb γραμματική

abwürgen (Diskussion) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πνίγω

    verb

    Fühle ich mich auch schrecklich, aber du hast nie versucht, mich im Schlaf zu ersticken.

    Ακόμα νιώθω άσχημα, αλλά δεν με έχεις απειλήσει ποτέ να με πνίξεις στον ύπνο μου.

  • Πνίγομαι (με αέρα_ασφυξία)

  • αποπνίγω

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασφυκτιώ
    • καταπνίγω
    • κατασβήνω
    • παθαίνω ασφυξία
    • πεθαίνω από ασφυξία
    • πνίγομαι
    • προκαλώ ασφυξία
    • σβήνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ersticken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη