Μετάφραση του "Erteilung" σε Ελληνικά

Οι έκδοση, παράδοση, παροχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Erteilung" σε Ελληνικά.

Erteilung

durch einen Gott, durch den Himmel, durch das Schicksal etc.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκδοση

    noun

    Es ist unstreitig, daß die im entscheidungserheblichen Zeitraum geltende Gemeinschaftsregelung die Erteilung derartiger Lizenzen nicht gestattete.

    Δεν αμφισβητείται ότι η ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο κοινοτική νομοθεσία δεν επέτρεπε την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών.

  • παράδοση

    noun

    Eine zügige Erteilung von Schutzrechten nach erfolgter Prüfung ist deshalb besonders wichtig, weil die Nachfrage nach Patenten ständig ansteigt.

    Η ταχεία παράδοση των εξετασθέντων δικαιωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ζήτηση για διπλώματα ευρεσιτεχνίας εξακολουθεί να αυξάνεται.

  • παροχή

    Die Behörde, die für die Erteilung der vorherigen Genehmigung zuständig ist, wird unverzüglich unterrichtet.

    Η αρχή που είναι υπεύθυνη για την παροχή της προηγούμενης έγκρισης ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση.

  • χορήγηση

    Der Hilfsantrag ist lediglich auf die Erteilung eines Zertifikats für Carmustin gerichtet.

    Επικουρικά ζήτησε τη χορήγηση πιστοποιητικού μόνο για την καρμουστίνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Erteilung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Erteilung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη