Μετάφραση του "erteilen" σε Ελληνικά
Οι έκδοση, αναθέτω, δίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erteilen" σε Ελληνικά.
erteilen
verb
γραμματική
(einen Preis) verleihen
-
έκδοση
noun feminineDie Mitgliedstaaten unterrichten die Kommission unverzüglich über alle erteilten oder geänderten nationalen allgemeinen Ausfuhrgenehmigungen.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή αμέσως οποιαδήποτε έκδοση ή τροποποίηση εθνικών γενικών αδειών εξαγωγής.
-
αναθέτω
verbDies hatte zur Folge, dass der Zuschlag nicht dem Bieter mit dem niedrigsten Preisangebot erteilt wurde.
Ως εκ τούτου, η σύμβαση δεν ανατέθηκε στον προσφέροντα τη χαμηλότερη τιμή.
-
δίνω
verbTom erteilte Maria einen klugen Rat.
Ο Τομ έδωσε καλή συμβουλή στη Μαίρη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκδίδω
- παρέχω
- παραδίδω
- παραδίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erteilen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "erteilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίνω συμβουλές
-
εκχωρημένα δικαιώματα
-
επιτρέπω
-
δίνω άφεση
-
δίνω την άδεια μου · παραχωρώ την άδεια μου _ με την άδεια μου
-
του έδωσε το λόγο
-
δίνω μια διαταγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη