Μετάφραση του "erteilen" σε Ελληνικά

Οι έκδοση, αναθέτω, δίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erteilen" σε Ελληνικά.

erteilen verb γραμματική

(einen Preis) verleihen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκδοση

    noun feminine

    Die Mitgliedstaaten unterrichten die Kommission unverzüglich über alle erteilten oder geänderten nationalen allgemeinen Ausfuhrgenehmigungen.

    Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή αμέσως οποιαδήποτε έκδοση ή τροποποίηση εθνικών γενικών αδειών εξαγωγής.

  • αναθέτω

    verb

    Dies hatte zur Folge, dass der Zuschlag nicht dem Bieter mit dem niedrigsten Preisangebot erteilt wurde.

    Ως εκ τούτου, η σύμβαση δεν ανατέθηκε στον προσφέροντα τη χαμηλότερη τιμή.

  • δίνω

    verb

    Tom erteilte Maria einen klugen Rat.

    Ο Τομ έδωσε καλή συμβουλή στη Μαίρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκδίδω
    • παρέχω
    • παραδίδω
    • παραδίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erteilen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "erteilen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erteilen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη