Μετάφραση του "Ester" σε Ελληνικά

Οι εστέρας, εστέρες, εστέρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ester" σε Ελληνικά.

Ester noun proper neuter γραμματική

organische Verbindung

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστέρας

    noun masculine

    Adefovirdipivoxil ist ein Dipivaloyloxymethyl-Ester-Prodrug des arzneilich wirksamen Bestandteils Adefovir

    Το adefovir dipivoxil είναι ένας διπιβαλοϋλ-οξυμεθυλ-εστέρας προφάρμακο της δραστικής ουσίας adefovir

  • εστέρες

    Gruppe von chemischen Stoffen

    Ester des Glycerins mit Citronensäure und Fettsäuren aus Speiseölen und -fetten.

    Μεικτοί εστέρες γλυκερόλης με κιτρικό οξύ και λιπαρά οξέα που απαντούν στα βρώσιμα λίπη και έλαια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ester " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ester
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστέρες

    Kapitel 39: Kunststoffe, Zelluloseäther und –ester, künstliche Resinoide und Waren daraus

    Κεφάλαιο 39: Τεχνητές ρητίνες και πλαστικές ύλες, εστέρες και αιθέρες της κυτταρίνης και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ester" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη