Μετάφραση του "Extrakt" σε Ελληνικά

Το εκχύλισμα είναι η μετάφραση του "Extrakt" σε Ελληνικά.

Extrakt noun masculine

Konzentrat (fig.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκχύλισμα

    Wässriger oder alkoholischer Extrakt von Algen, der vorwiegend Kohlehydrate enthält.

    Υδατώδες ή οινοπνευματώδες εκχύλισμα φυκών που περιέχει κυρίως υδατάνθρακες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Extrakt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Extrakt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη