Μετάφραση του "extrahieren" σε Ελληνικά

Οι εκχυλίζω, εξάγω, εξαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extrahieren" σε Ελληνικά.

extrahieren verb γραμματική

auslesen (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκχυλίζω

  • εξάγω

    verb

    Weiterleitung statistischer Angaben, die aus dem Zentralverzeichnis extrahiert werden, an die anfragenden Mitgliedstaaten.

    διαβίβαση από την Επιτροπή στο αιτούν κράτος μέλος των στατιστικών πληροφοριών που εξάγονται από το κεντρικό μητρώο.

  • εξαγωγή

    noun

    Als Irina extrahiert wurde, hat man mich verhaftet.

    Μετά την εξαγωγή της Ιρίνα, με πήραν υπό κράτηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extrahieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extrahieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη