Μετάφραση του "Fahrer" σε Ελληνικά

Οι οδηγός, μηχανοδηγός, σοφέρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fahrer" σε Ελληνικά.

Fahrer noun masculine γραμματική

Lenker (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγός

    noun masculine

    επαγγελματίας που οδηγεί οχήματα [..]

    Der verdammte Fahrer hat die ganze Zeit an seinem Handy rumgefummelt.

    Ο οδηγός χάζευε στο κινητό του σε όλο τον δρόμο.

  • μηχανοδηγός

    noun masculine

    Der Fahrer muss freie Sicht auf die vor ihm liegende Strecke haben.

    Ο μηχανοδηγός πρέπει να έχει απρόσκοπτη ορατότητα της γραμμής προ του συρμού.

  • σοφέρ

    Aber der Fahrer wollte mir nicht sagen, wo er sie hingebracht hat.

    Ο σοφέρ δεν μου έλεγε πού τους πήγε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fahrer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fahrer"

Φράσεις παρόμοιες με "Fahrer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fahrer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη