Μετάφραση του "Fallschirm" σε Ελληνικά

Οι αλεξίπτωτο, Αλεξίπτωτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fallschirm" σε Ελληνικά.

Fallschirm noun Noun masculine γραμματική

Vorrichtung in der Form eines großen Schirms, die verwendet wird, um die Fallgeschwindigkeit eines Körpers in der Luft zu vermindern

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλεξίπτωτο

    noun neuter

    Vorrichtung in der Form eines großen Schirms, die verwendet wird, um die Fallgeschwindigkeit eines Körpers in der Luft zu vermindern

    Du kannst da mit oder ohne Fallschirm raus!

    Θα πέσεις με το αλεξίπτωτο ή χωρίς αυτό.

  • Αλεξίπτωτο

    technisches Gerät, das den Luftwiderstand zum Bremsen nutzt

    Du kannst da mit oder ohne Fallschirm raus!

    Θα πέσεις με το αλεξίπτωτο ή χωρίς αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fallschirm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fallschirm
+ Προσθήκη

"fallschirm" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το fallschirm στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Fallschirm"

Φράσεις παρόμοιες με "Fallschirm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fallschirm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη