Μετάφραση του "Fallschirmspringer" σε Ελληνικά

Το αλεξιπτωτιστής είναι η μετάφραση του "Fallschirmspringer" σε Ελληνικά.

Fallschirmspringer noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλεξιπτωτιστής

    noun masculine

    Als geübter Fallschirmspringer liebte er das prickelnde Gefühl, sich aus schwindelnder Höhe in die Tiefe zu stürzen.

    Όντας έμπειρος αλεξιπτωτιστής, απολάμβανε τη συγκίνηση της ελεύθερης πτώσης από μεγάλα ύψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fallschirmspringer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fallschirmspringer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fallschirmspringer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη