Μετάφραση του "Feigheit" σε Ελληνικά

Οι δειλία, ανανδρία, Δειλία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feigheit" σε Ελληνικά.

Feigheit noun Noun feminine γραμματική

Die Weigerung sich Furcht oder Angst zu stellen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δειλία

    feminine

    Ich weiß nicht, woher er diese Feigheit hat.

    Δεν ξέρω από που παίρνει αυτή την δειλία.

  • ανανδρία

    Noun feminine

    Schütze Philpotts wurde am 17. Februar wegen Feigheit erschossen.

    Ο στρατιώτης Φίλποτς εκτελέστηκε για ανανδρία, στις 17 Φεβρουαρίου.

  • Δειλία

    Ich weiß nicht, woher er diese Feigheit hat.

    Δεν ξέρω από που παίρνει αυτή την δειλία.

  • ατολμία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Feigheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Feigheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη