Μετάφραση του "feige" σε Ελληνικά

Οι δειλός, άνανδρος, φοβητσιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feige" σε Ελληνικά.

feige adjective adverb γραμματική

memmenhaft (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δειλός

    noun masculine

    Ein guter Soldat ist meistens feige und gelegentlich mutig.

    Ο καλός στρατιώτης είναι συνήθως δειλός και σπάνια γενναίος.

  • άνανδρος

    noun masculine

    Du verhältst dich zynisch und feige.

    Είσαι κυνικός και άνανδρος.

  • φοβητσιάρης

    Adjective masculine

    Und du bist immer noch zu feige, Heidi zu sagen, dass du sie magst.

    Και εσύ πολύ φοβητσιάρης για να πεις της Χάιντι, ότι την αγαπάς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λιπόψυχος
    • φοβιτσιάρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Feige noun feminine γραμματική

wiss. N.: Ficus carica

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύκο

    noun neuter

    Sie wissen, dass es eine Feige war, welche die Schlange Eva angeboten hat?

    Το ξέρεις ότι ήταν σύκο εκείνο που πρόσφερε το φίδι στην Εύα;

  • συκιά

    noun feminine

    Feigen waren ebenfalls ein wichtiger Bestandteil der Ernährung (5Mo 8:8).

    (Δευ 8:8) Όταν έβρισκαν στη συκιά πρώιμα σύκα, συνήθως τα κατανάλωναν αμέσως.

  • φίκος

    masculine

Εικόνες με "feige"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη