Μετάφραση του "Feindseligkeit" σε Ελληνικά
Οι εχθρότητα, εχθρικότητα, εχθροπραξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feindseligkeit" σε Ελληνικά.
Feindseligkeit
Noun
noun
feminine
γραμματική
böses Blut (umgangssprachlich)
-
εχθρότητα
noun feminineHaß kann bewirken, daß die Feindseligkeit gegenüber bestimmten Menschen aufrechterhalten wird.
Μπορεί να είναι μια συνεχής εχθρότητα για ορισμένους ανθρώπους.
-
εχθρικότητα
noun feminineMan kann dem Schwarzen seine Feindseligkeit nicht vorwerfen.
Ο Αμερικανός νέγρος δεν μπορεί να κατηγορηθεί για εχθρικότητα.
-
εχθροπραξία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Feindseligkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Feindseligkeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εχθροπραξίες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη