Μετάφραση του "feindselig" σε Ελληνικά

Το εχθρικός είναι η μετάφραση του "feindselig" σε Ελληνικά.

feindselig Adjective γραμματική

spinnefeind (Verstärkung) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εχθρικός

    Der Marinepfarrer reagierte zwar leicht sarkastisch, aber nicht feindselig.

    Ο ιερέας του ναυτικού, αν και κάπως σαρκαστικός, δεν ήταν εχθρικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feindselig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feindselig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη