Μετάφραση του "Fessel" σε Ελληνικά

Οι δεσμά, μεσοκύνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fessel" σε Ελληνικά.

Fessel noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμά

    noun

    Den Ältesten gelang es, sie mit mystischen Fesseln zu fangen.

    Οι γηραιοί των φυλών την έπιασαν χρησιμοποιώντας απόκρυφους δεσμούς.

  • μεσοκύνιο

    eine Kennzeichnung an der Fessel, ausschließlich bei Ziegen

    για τα αιγοειδή και μόνον, σφραγίδα στο μεσοκύνιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fessel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

fessel verb
+ Προσθήκη

"fessel" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το fessel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Fessel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δέσμιος
  • δεσμά
  • συναρπαστικός
  • αιχμαλωτίζω · απασχολώ · απορροφώ · δένω · κατακτώ · κρατώ · συναρπάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fessel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη