Μετάφραση του "fesseln" σε Ελληνικά

Οι απορροφώ, αιχμαλωτίζω, κρατώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fesseln" σε Ελληνικά.

fesseln verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορροφώ

    verb

    Da das Nachforschen äußerst fesselnd sein kann, hüte dich davor, abgelenkt zu werden.

    Εφόσον η έρευνα είναι δυνατόν να σας απορροφήσει, να προσέχετε μήπως αποσπαστεί η προσοχή σας από άλλες πληροφορίες.

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • κρατώ

    verb

    Ich war nicht gefesselt, aber ich konnte mich nicht bewegen.

    Δεν με κρατούσε τίποτα, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δένω
    • συναρπάζω
    • απασχολώ
    • κατακτώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fesseln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fesseln noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμά

    noun

    Den Ältesten gelang es, sie mit mystischen Fesseln zu fangen.

    Οι γηραιοί των φυλών την έπιασαν χρησιμοποιώντας απόκρυφους δεσμούς.

Φράσεις παρόμοιες με "fesseln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fesseln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη