Μετάφραση του "Feuereifer" σε Ελληνικά
Οι ζήλος, θέρμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feuereifer" σε Ελληνικά.
Feuereifer
Ein Gefühl starken Eifers, gewöhnlich zugunsten einer Person oder Sache.
-
ζήλος
NounDie wilden Augen, Feuereifer, die Unvernunft und das Geklapper.
Τα άγρια μάτια και ο ένθερμος ζήλος, η ανευθυνότητα και ο ορυμαγδός.
-
θέρμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Feuereifer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη