Μετάφραση του "Feuerwehr" σε Ελληνικά

Οι πυροσβέστης, πυροσβεστική υπηρεσία, πυροσβεστικό σώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Feuerwehr" σε Ελληνικά.

Feuerwehr noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυροσβέστης

    noun masculine

    Er ist bei der freiwilligen Feuerwehr, in derselben Feuerwache wie unser erstes Opfer, Adam Cross.

    Είναι εθελοντής πυροσβέστης στην ίδια μονάδα με το πρώτο θύμα, τον'νταμ Κρος.

  • πυροσβεστική υπηρεσία

    noun

    Organisation mit der Aufgabe, bei Bränden, Unfällen, Überschwemmungen und ähnlichen Ereignissen Hilfe zu leisten

    Steht hier in der Gasse ein Auto, kommt die Feuerwehr nicht durch.

    λόγω του περιορισμένου χώρου, η πυροσβεστική υπηρεσία δεν θα μπορούσε να περάσει από εδώ.

  • πυροσβεστικό σώμα

    Ein Kraftwerk, das erneuerbare Energien in elektrischen Strom umwandelt, braucht bei einem Notfall die örtliche Feuerwehr.

    Ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας που μετατρέπει ανανεώσιμες ενέργειες σε ηλεκτρικό ρεύμα θα χρειασθεί σε περίπτωση ανάγκης το τοπικό πυροσβεστικό σώμα.

  • πυροσβεστική

    noun feminine

    Wo ich herkomme, geht man zur Feuerwehr, um aus den Zimmern zu klauen.

    Στα μέρη μου μπαίνεις στην πυροσβεστική για να κλέβεις τα σπίτια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Feuerwehr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Feuerwehr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εθελονική πυροσβεστική υπηρεσία · εθελοντικό πυροσβεστικό κλιμάκιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Feuerwehr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη