Μετάφραση του "Feuerwehrmann" σε Ελληνικά
Το πυροσβέστης είναι η μετάφραση του "Feuerwehrmann" σε Ελληνικά.
Feuerwehrmann
noun
masculine
γραμματική
Männliche Person, die dazu ausgebildet wurde, Feuer zu löschen. [..]
-
πυροσβέστης
noun masculineδιασώστης εκπαιδευμένος για να σβήνει επικίνδυνες πυρκαγιές [..]
Feuerwehrmann Franz ist da und er sieht echt niedlich aus.
Ήρθε ο πυροσβέστης Φραντς και είναι πιο ωραίος απ'όσο στην ιστοσελίδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Feuerwehrmann " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Feuerwehrmann"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη