Μετάφραση του "Fingerring" σε Ελληνικά

Το δαχτυλίδι είναι η μετάφραση του "Fingerring" σε Ελληνικά.

Fingerring noun masculine

Reifenförmiger Gegenstand aus Edelmetall, der am Finger getragen wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δαχτυλίδι

    noun neuter

    Fingerreif [..]

    Sie ist so fein, dass man einen daraus gefertigten Schal problemlos durch einen Fingerring ziehen kann.

    Είναι τόσο λεπτό ώστε ένα σάλι φτιαγμένο από αυτό μπορεί να περάσει μέσα από δαχτυλίδι του χεριού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fingerring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fingerring"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fingerring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη