Μετάφραση του "Forstwissenschaft" σε Ελληνικά

Οι δασολογία, Δασολογία, δασική επιστήμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Forstwissenschaft" σε Ελληνικά.

Forstwissenschaft
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασολογία

    noun feminine
  • Δασολογία

    Tätigkeiten um Wachstum und Stabilität eines Waldbeständes zu sichern

  • δασική επιστήμη

    So wird Forstwissenschaft gemacht.

    Έτσι λειτουργεί η δασική επιστήμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Forstwissenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Forstwissenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη