Μετάφραση του "Freizeit" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος χρόνος, αναψυχή, Αναψυχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Freizeit" σε Ελληνικά.

Freizeit noun feminine γραμματική

Kinderlandverschickung (histor.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος χρόνος

    noun

    Freizeit ist Zeit, über die man frei verfügen kann.

    Ελεύθερος χρόνος είναι ο χρόνος που κάποιος μπορεί να διαθέσει ελεύθερα.

  • αναψυχή

    noun feminine

    Sonstige größere langlebige Gebrauchsgüter für Freizeit und Kultur

    Άλλα μεγάλα διαρκή αγαθά για αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες

  • Αναψυχή

    Zeit über die der Einzelne frei verfügen kann

    Siehe Freizeit und Unterhaltung ➤ Sport und Spiel

    Βλέπε Αναψυχή και Διασκέδαση ➤ Αθλητισμός και Αγώνες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Freizeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Freizeit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Freizeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη