Μετάφραση του "Freiwilligkeit" σε Ελληνικά
Το εθελοντισμός είναι η μετάφραση του "Freiwilligkeit" σε Ελληνικά.
Freiwilligkeit
noun
feminine
-
εθελοντισμός
noun masculineDie Freiwilligkeit ist ein Grundprinzip für CSR.
Ο εθελοντισμός είναι η βασική αρχή για την ΕΚΕ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Freiwilligkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη