Μετάφραση του "Freiwilligkeit" σε Ελληνικά

Το εθελοντισμός είναι η μετάφραση του "Freiwilligkeit" σε Ελληνικά.

Freiwilligkeit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθελοντισμός

    noun masculine

    Die Freiwilligkeit ist ein Grundprinzip für CSR.

    Ο εθελοντισμός είναι η βασική αρχή για την ΕΚΕ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Freiwilligkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Freiwilligkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη