Μετάφραση του "Fremdsprache" σε Ελληνικά
Οι ξένη γλώσσα, αλλοδαπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fremdsprache" σε Ελληνικά.
Fremdsprache
noun
feminine
γραμματική
-
ξένη γλώσσα
nounEs ist nicht einfach, eine Fremdsprache zu lernen.
Δεν είναι εύκολο να μάθεις μιά ξένη γλώσσα.
-
αλλοδαπός
noun masculine -
xéni glóssa|ξένη γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Fremdsprache " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη