Μετάφραση του "Fuß" σε Ελληνικά

Οι πόδι, άκρο πόδι, βάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fuß" σε Ελληνικά.

Fuß noun masculine γραμματική

Quadratlatsche (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόδι

    noun neuter

    μονάδα μέτρησης μήκους [..]

    Ich denke, dass es gefährlich ist, alleine nachts zu Fuß zu gehen.

    Πιστεύω πως είναι επικίνδυνο να πηγαίνει κανείς μόνος με τα πόδια τις νύχτες.

  • άκρο πόδι

    Der linke Fuß muss so flach wie möglich auf dem Fußbrett angeordnet sein.

    Το αριστερό άκρο πόδι πρέπει να τοποθετείται όσο το δυνατόν επίπεδα επί του υποποδίου ανάπαυσης.

  • βάση

    noun

    Endlich hatte ich wieder Boden unter den Füßen und eine echte Zukunftsperspektive.

    Επιτέλους, είχα βρει τη βάση για πραγματική ελπίδα!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πατούσα
    • ποδάρι
    • πρόποδες
    • ρίζα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fuß " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fuß"

Φράσεις παρόμοιες με "Fuß" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fuß" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη