Μετάφραση του "Fuss" σε Ελληνικά

Οι πόδι, πατούσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Fuss" σε Ελληνικά.

Fuss noun masculine γραμματική

Der Teil des menschlichen Körpers unterhalb des Fußgelenks, der gebraucht wird, um zu stehen und zu laufen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόδι

    noun neuter

    Der Teil des menschlichen Körpers unterhalb des Fußgelenks, der gebraucht wird, um zu stehen und zu laufen.

    Ich denke, dass es gefährlich ist, alleine nachts zu Fuß zu gehen.

    Πιστεύω πως είναι επικίνδυνο να πηγαίνει κανείς μόνος με τα πόδια τις νύχτες.

  • πατούσα

    noun

    Der Teil des menschlichen Körpers unterhalb des Fußgelenks, der gebraucht wird, um zu stehen und zu laufen.

    Ich hatte mal eine Warze an meinem Fuß, die hab ich auch Veruschka genannt.

    Νόμιζα ότι η βερούκα είναι ένα είδος κρεατοελιάς που βγάζεις στην πατούσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Fuss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Fuss"

Φράσεις παρόμοιες με "Fuss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άκρο πόδι · βάση · πατούσα · ποδάρι · πρόποδες · πόδι · ρίζα
  • αυτό δε στέκει με τίποτα
  • από την κορυφή μέχρι τα νύχια · από την κορυφή ως τα νύχια · από την κορφή ως τα νύχια · από το κεφάλι ως τα πόδια · πατόκορφα
  • με τα πόδια · πεζή · περπατώ
  • σας πάτησα ?
  • ένα πρησμένο πόδι
  • βρίσκομαι με το ένα πόδι στον τάφο · είμαι με το ένα πόδι στον τάφο
  • στους πρόποδες του βουνού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Fuss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη