Μετάφραση του "Gefangenschaft" σε Ελληνικά

Οι φυλάκιση, αιχμαλωσία, κάθειρξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gefangenschaft" σε Ελληνικά.

Gefangenschaft noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλάκιση

    noun feminine

    Kriegsheld kehrt nach acht Jahren Gefangenschaft zurück nach Hause zu seiner wunderschönen, liebevollen Frau.

    Ήρωας πολέμου επιστρέφει σπίτι του μετά από 8ετή φυλάκιση στην όμορφη, αγαπημένη του σύζυγο.

  • αιχμαλωσία

    noun

    Es gibt Millionen, die sich in einer ähnlichen Gefangenschaft befinden.

    Και άλλα εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από παρόμοια αιχμαλωσία.

  • κάθειρξη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gefangenschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Gefangenschaft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gefangenschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη