Μετάφραση του "Gefangener" σε Ελληνικά
Οι φυλακισμένος, κρατούμενος, δέσμιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gefangener" σε Ελληνικά.
Zuchthäusler (schweiz.) (umgangssprachlich)
-
φυλακισμένος
noun masculinePerson in Gefangenschaft
Er wollte mich dorthin bringen, aber er konnte nicht, weil er ein Gefangener war.
Ήθελε να με πάει εκεί, αλλά δεν μπορούσε γιατί ήταν φυλακισμένος.
-
κρατούμενος
noun masculineDer Rat bekräftigt, dass nach den allgemeinen völkerrechtlichen Bestimmungen jeder Gefangene menschenwürdig behandelt werden muss.
Το Συμβούλιο επιβεβαιώνει τη σημασία της ανθρώπινης μεταχείρισης κάθε κρατουμένου σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
-
δέσμιος
noun masculineGegenwärtig sind sie nur Gefangene jahrzehntelanger schlechter Gewohnheiten.
Επί του παρόντος, υπάρχουν μόνο δέσμιοι κακών συνηθειών που ξεκίνησαν εδώ και δεκαετίες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αιχμάλωτος
- αιχμάλωτος πολέμου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Gefangener " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"gefangener" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το gefangener στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Gefangener" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιχμάλωτος · φυλακισμένος
-
αιχμαλωτίζω
-
Ο Χάρι Πότερ και ο Αιχμάλωτος του Αζκαμπάν
-
αιχμάλωτος · αιχμάλωτος πολέμου · δέσμιος · κρατούμενος · φυλακισμένος
-
πολιτικός κρατούμενος