Μετάφραση του "Gehilfe" σε Ελληνικά

Οι βοηθός, ακόλουθος, συνεργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gehilfe" σε Ελληνικά.

Gehilfe noun masculine γραμματική

Mädchen für alles (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    noun m;f

    Er ist nachsichtig gegen seine Gehilfen, wenn sie ihrer Verantwortung nicht so nachkommen, wie sie es tun sollten.

    Δείχνει υπομονή, όταν οι βοηθοί του δεν ανταποκρίνονται στις ευθύνες των με τον τρόπο που θα έπρεπε.

  • ακόλουθος

    noun masculine
  • συνεργός

    noun

    Also solange Sie keine Anweisungen an ihre alten Gehilfen weitergegeben haben...

    Άρα αν δεν πασάρατε εσείς οδηγίες στους παλιούς συνεργούς της...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρωτοπαλίκαρο
    • υπαρχηγός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gehilfe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gehilfe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη