Μετάφραση του "Gehilfin" σε Ελληνικά

Οι βοηθός, συνεργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Gehilfin" σε Ελληνικά.

Gehilfin noun feminine γραμματική

Ein Helfer einer anderen Person, gewöhnlich der Untergebene dieser Person.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    noun

    Eva sollte ihn dabei als „Gehilfin“ oder „Gegenstück“ unterstützen.

    Η Εύα θα συνεργαζόταν με την ηγεσία του ως ‘βοηθός’ και ‘συμπλήρωμά’ του.

  • συνεργός

    noun

    97 Nach alledem meint die Klägerin, dass sie als straflose Gehilfin der drei am Kartell beteiligten Hersteller organischer Peroxide eingestuft werden müsse.

    97 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως μη κολαστέα συνεργός των τριών εμπλεκομένων στη σύμπραξη παραγωγών οργανικών υπεροξειδίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Gehilfin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Gehilfin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη