Μετάφραση του "Genugtuung" σε Ελληνικά

Οι ευχαρίστηση, ικανοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Genugtuung" σε Ελληνικά.

Genugtuung noun feminine γραμματική

Schmerzengeld (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευχαρίστηση

    noun

    Nein, die Genugtuung, zu wissen, dass du genauso selbstsüchtig bist, wie ich.

    Όχι, την ευχαρίστηση να ξέρω ότι είσαι όσο εγωίστρια είμαι εγώ.

  • ικανοποίηση

    noun

    Ich kann ihn allerdings nicht mit voller Genugtuung unterstützen.

    Ωστόσο, δεν μπορώ να το υποστηρίξω με πλήρη ικανοποίηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Genugtuung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Genugtuung"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Genugtuung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη