Μετάφραση του "genuin" σε Ελληνικά

Οι γνήσιος, αυθεντικός, συγγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "genuin" σε Ελληνικά.

genuin adjective adverb γραμματική

kongenital (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνήσιος

    masculine
  • αυθεντικός

    adjective masculine
  • συγγενής

    adjective noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " genuin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "genuin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη