Μετάφραση του "Habilitation" σε Ελληνικά
Οι άδεια, Υφηγεσία, υφηγεσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Habilitation" σε Ελληνικά.
Habilitation
Noun
noun
feminine
γραμματική
-
άδεια
noun adjective -
Υφηγεσία
höchstrangige Hochschulprüfung in einigen europäischen Ländern
-
υφηγεσία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Habilitation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη