Μετάφραση του "Handwagen" σε Ελληνικά

Το καροτσάκι είναι η μετάφραση του "Handwagen" σε Ελληνικά.

Handwagen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καροτσάκι

    noun

    Doch im Predigtdienst steht ihr eine junge Frau, eine ungetaufte Verkündigerin, zur Seite und schiebt sie in einem Handwagen.

    Τη βοηθάει όμως στη διακονία μια κοπέλα, μια αβάφτιστη ευαγγελιζόμενη που τη σπρώχνει με το καροτσάκι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Handwagen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Handwagen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη