Μετάφραση του "Handwerk" σε Ελληνικά
Οι λέμβος, ειδικευμένη εργασία, βιοτεχνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Handwerk" σε Ελληνικά.
Handwerk
noun
neuter
γραμματική
Die fachgerechte Ausübung eines praktischen Berufs.
-
λέμβος
noun feminine -
ειδικευμένη εργασία
-
βιοτεχνία
nounDie KMU und das Handwerk genießen in der Politik einen hohen Stellenwert.
Οι ΜΜΕ και η βιοτεχνία καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στην πολιτική ημερήσια διάταξη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τέχνη
- χειροτεχνία
- σκάφος
- τεχνική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Handwerk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
handwerk
-
τεχνική
noun adjectiveDenn man muss das Handwerk lernen.
Διότι πρέπει να'χεις τεχνική.
Εικόνες με "Handwerk"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη