Μετάφραση του "Heimarbeit" σε Ελληνικά

Το εργασία κατ' οίκον είναι η μετάφραση του "Heimarbeit" σε Ελληνικά.

Heimarbeit Noun γραμματική

Hausübung (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία κατ' οίκον

    Auch in Deutschland wurde eine Vereinbarung auf Branchenebene über mobile Arbeit getroffen, in der die neuen Beschäftigungsformen berücksichtigt werden: Telearbeit, nomadisierte Arbeit, Heimarbeit.

    Στη Γερμανία, έχει επίσης συναφθεί μια κλαδική συμφωνία για την ευέλικτη εργασία, που λαμβάνει υπόψη τις νέες μορφές εργασίας: τηλεργασία, νομαδική εργασία, κατοίκον εργασία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Heimarbeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Heimarbeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη