Μετάφραση του "heim" σε Ελληνικά

Οι οικία, προς το σπίτι, σπίτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heim" σε Ελληνικά.

heim adverb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικία

    noun feminine
  • προς το σπίτι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Heim noun neuter γραμματική

Hütte (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπίτι

    noun neuter

    Nach einer Abwesenheit von zehn Monaten kehrte er heim.

    Μετά από απουσία δέκα μηνών επέστρεψε σπίτι.

  • οίκος

    noun masculine

    Vielleicht liegt das Heim im Gebiet einer Versammlung, in der ihn niemand kennt.

    Μπορεί να μην έχει γνωστούς στην εκκλησία στης οποίας τον τομέα βρίσκεται ο οίκος ευγηρίας.

  • σπιτικό

    noun neuter

    Was Ihr hier seht, ist alles, was wir aus jedem Heim gerettet haben.

    Αυτά είναι όλα όσα μας έχουν απομείνει από κάθε σπιτικό που προσπαθήσαμε να κάνουμε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσυλο
    • εστία
    • ορφανοτροφείο
    • σανατόριο
    • οικία
    • ξενώνας
    • κοιτώνας
    • υπνωτήριο

Εικόνες με "heim"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη