Μετάφραση του "Hut" σε Ελληνικά
Οι καπέλο, καπέλλο, πίλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Hut" σε Ελληνικά.
Ein Kleidungsstück zur Bedeckung des Kopfs aus einem so harten Material, daß es eine eigene Form unabhängig von der Schädelform hat, typischerweise mit einer Krempe.
-
καπέλο
noun neuterEin Kleidungsstück zur Bedeckung des Kopfs aus einem so harten Material, daß es eine eigene Form unabhängig von der Schädelform hat, typischerweise mit einer Krempe.
Dieser Hut ist dir zu klein.
Αυτό το καπέλο είναι πολύ μικρό για σένα.
-
καπέλλο
nounIhr Partner hat einen Mann mit Hut gesehen.
Ο συνεργάτης σου είδε έναν κύριο με καπέλλο.
-
πίλος
noun masculineHut: halbkugelig, später konvex und schließlich flach und breiter: Huthaut trocken und samtig, Färbung vor allem bei ausgewachsenen Exemplaren bronze- bis kupferfarben;
πίλος: ημισφαιρικός, κατόπιν κυρτός, τέλος επίπεδος-πεπλατυσμένος: επιδερμίδα ξηρή και βελούδινη, αποχρώσεις ορείχαλκου-χαλκού, ιδίως μετά την ενηλικίωση·
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προστασία
- φροντίδα
- περισπωμένι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Hut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
καπέλο
nounKopfbedeckung
Dieser Hut ist dir zu klein.
Αυτό το καπέλο είναι πολύ μικρό για σένα.
Εικόνες με "Hut"
Φράσεις παρόμοιες με "Hut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καπέλλο · καπέλο
-
πρόσεχε τα λόγια σου!
-
τα συνδιάζω όλα
-
βόσκω
-
φύλαξη
-
βγάζω το καπέλο
-
να φυλάγεσαι απ' αυτόν!